γαλακτόμετρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γαλακτόμετρο τα γαλακτόμετρα
      γενική του γαλακτόμετρου
& γαλακτομέτρου
των γαλακτόμετρων
& γαλακτομέτρων
    αιτιατική το γαλακτόμετρο τα γαλακτόμετρα
     κλητική γαλακτόμετρο γαλακτόμετρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γαλακτόμετρο < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορτεμοτκαλαγ

γαλακτόμετρο ουδέτερο

  1. συσκευή που επιτρέπει να κρίνει κανείς την ποιότητα του γάλακτος και ιδιαίτερα την περιεκτικότητά του σε ανθόγαλα
  2. αραιόμετρο με ειδική διαβάθμιση για τη μέτρηση της πυκνότητας του γάλατος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορτεμοτκαλαγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)