γαστρίμαργος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαστρίμαργος η γαστρίμαργη το γαστρίμαργο
      γενική του γαστρίμαργου της γαστρίμαργης του γαστρίμαργου
    αιτιατική τον γαστρίμαργο τη γαστρίμαργη το γαστρίμαργο
     κλητική γαστρίμαργε γαστρίμαργη γαστρίμαργο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαστρίμαργοι οι γαστρίμαργες τα γαστρίμαργα
      γενική των γαστρίμαργων των γαστρίμαργων των γαστρίμαργων
    αιτιατική τους γαστρίμαργους τις γαστρίμαργες τα γαστρίμαργα
     κλητική γαστρίμαργοι γαστρίμαργες γαστρίμαργα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γαστρίμαργος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) γαστρίμαργος < γαστρί- ( < γαστήρ) + μάργος

Προφορά

ΔΦΑ : /ɣaˈstɾi.maɾ.ɣos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γαστρίμαργος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σογραμιρτσαγ

γαστρίμαργος, -η, -ο

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

  • γαστρίμαργος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)



Αρχαία ελληνικά (grc)

 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / γαστρίμαργος τὸ γαστρίμαργον
      γενική τοῦ/τῆς γαστριμάργου τοῦ γαστριμάργου
      δοτική τῷ/τῇ γαστριμάργ τῷ γαστριμάργ
    αιτιατική τὸν/τὴν γαστρίμαργον τὸ γαστρίμαργον
     κλητική ! γαστρίμαργε γαστρίμαργον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ γαστρίμαργοι τὰ γαστρίμαργ
      γενική τῶν γαστριμάργων τῶν γαστριμάργων
      δοτική τοῖς/ταῖς γαστριμάργοις τοῖς γαστριμάργοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς γαστριμάργους τὰ γαστρίμαργ
     κλητική ! γαστρίμαργοι γαστρίμαργ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ γαστριμάργω τὼ γαστριμάργω
      γεν-δοτ τοῖν γαστριμάργοιν τοῖν γαστριμάργοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)

Ετυμολογία

γαστρίμαργος < γαστήρ, γαστρί-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γαστρί- (αρχαία ελληνικά) + μάργος

ΕπίθετοΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σογραμιρτσαγ

γαστρίμαργος, -ος, -ον

Παράγωγα

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γαστρί- (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοτέλη (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Πίνδαρο (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)