γαστρεντερολογικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαστρεντερολογικός η γαστρεντερολογική το γαστρεντερολογικό
      γενική του γαστρεντερολογικού της γαστρεντερολογικής του γαστρεντερολογικού
    αιτιατική τον γαστρεντερολογικό τη γαστρεντερολογική το γαστρεντερολογικό
     κλητική γαστρεντερολογικέ γαστρεντερολογική γαστρεντερολογικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαστρεντερολογικοί οι γαστρεντερολογικές τα γαστρεντερολογικά
      γενική των γαστρεντερολογικών των γαστρεντερολογικών των γαστρεντερολογικών
    αιτιατική τους γαστρεντερολογικούς τις γαστρεντερολογικές τα γαστρεντερολογικά
     κλητική γαστρεντερολογικοί γαστρεντερολογικές γαστρεντερολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γαστρεντερολογικός < γαστρεντερολόγος / γαστρεντερολογία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολορετνερτσαγ

γαστρεντερολογικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγολορετνερτσαγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά