γαϊδουράγκαθο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γαϊδουράγκαθο τα γαϊδουράγκαθα
      γενική του γαϊδουράγκαθου των γαϊδουράγκαθων
    αιτιατική το γαϊδουράγκαθο τα γαϊδουράγκαθα
     κλητική γαϊδουράγκαθο γαϊδουράγκαθα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Onopordum acanthium
Silybum marianum

Ετυμολογία

γαϊδουράγκαθο < γαϊδουρ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γαϊδουρ- (νέα ελληνικά) + αγκάθ(ι) + -ο (το φυτό καταναλώνεται από τους γαϊδάρους)

Προφορά

ΔΦΑ : /ɣai̯.ðuˈɾaŋ.ɡa.θo/ και /ɣai̯.ðuˈɾa.ɡa.θo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γαϊδουράγκαθο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οθακγαρυοδιαγ

γαϊδουράγκαθο ουδέτερο

  1. (φυτό)Κατηγορία:Φυτά (νέα ελληνικά) κοινή ονομασία του φυτού του είδους Onopordum acanthium
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) μια τεράστια σε έκταση πεδιάδα, για την οποία ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, οδοιπορώντας την το 1934, θα γράψει: «...απόλυτα άγονη και έρημη, και με το δικό της δυσοίωνο τρόπο πολύ όμορφη. Μόνο γαϊδουράγκαθα φυτρώνουν εδώ πέρα, και ακόμα κι αυτά μαραίνονται και σκορπίζουν με τον άνεμο στην επιφάνεια της στέπας, και μπλέκονται με άλλα ώσπου σχηματίζουν τεράστιες κινούμενες σφαίρες, σαν γιγάντια χνούδια». (Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
  2. (φυτό)Κατηγορία:Φυτά (νέα ελληνικά) κοινή ονομασία του φυτού του είδους Silybum marianum
  3.  δείτε  αγκάθια και γαϊδουράγκαθα για το φύλο Cardueae

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οθακγαρυοδιαγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γαϊδουρ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φυτά (νέα ελληνικά)