γαϊδουρομουλάρα

Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο Κατηγορία:Σελίδες που χρειάζονται έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. για Βικιλεξικό:Κριτήρια συμπερίληψης. Sarri.greek  | 19:13, 14 Ιουλίου 2025 (UTC).


Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γαϊδουρομουλάρα οι γαϊδουρομουλάρες
      γενική της γαϊδουρομουλάρας
    αιτιατική τη γαϊδουρομουλάρα τις γαϊδουρομουλάρες
     κλητική γαϊδουρομουλάρα γαϊδουρομουλάρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γαϊδουρομουλάρα < γαϊδουρομούλαρ(ο) + κατάληξη θηλυκού Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -α, θηλυκό (νέα ελληνικά). Μορφολογικά αναλύεται σε γαϊδουρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γαϊδουρο- (νέα ελληνικά) (εδώ < γαϊδούρα) + μουλάρα.  δείτε τις λέξεις γαϊδούρι και μουλάρι.

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αραλυομορυοδιαγ

γαϊδουρομουλάρα θηλυκό

Μεταφράσεις

  • Για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο, ή γενικά, δείτε γαϊδουρομούλαρο.
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αραλυομορυοδιαγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -α, θηλυκό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γαϊδουρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σελίδες για τεκμηρίωση Κατηγορία:Σελίδες που χρειάζονται έλεγχο Κατηγορία:Υβριστικοί όροι (νέα ελληνικά)