γαϊδουρόκομπος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γαϊδουρόκομπος οι γαϊδουρόκομποι
      γενική του γαϊδουρόκομπου των γαϊδουρόκομπων
    αιτιατική τον γαϊδουρόκομπο τους γαϊδουρόκομπους
     κλητική γαϊδουρόκομπε γαϊδουρόκομποι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αντίλαλος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γαϊδουρόκομπος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοπμοκορυοδιαγ

γαϊδουρόκομπος αρσενικό

  1. είδος κόμπου
  2. (μεταφορικά) κάθε κόμπος που είναι δύσκολος ή είναι δύσκολο να λυθεί

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοπμοκορυοδιαγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αντίλαλος' (νέα ελληνικά)