γελοιογράφηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γελοιογράφηση | οι | γελοιογραφήσεις |
| γενική | της | γελοιογράφησης* | των | γελοιογραφήσεων |
| αιτιατική | τη | γελοιογράφηση | τις | γελοιογραφήσεις |
| κλητική | γελοιογράφηση | γελοιογραφήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, γελοιογραφήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- γελοιογράφηση < γελοιογραφώ + -σηΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηφαργοιολεγ
γελοιογράφηση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γελοιογραφώ
Μεταφράσεις
γελοιογράφηση
|
|