γενική σχετικότητα

Νέα ελληνικά (el)

Διλεκτικό ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιτεχσηκινεγ

γενική σχετικότητα (el) θηλυκό


Συγγενικά

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατητοκιτεχσηκινεγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)