γεροντοπαλίκαρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γεροντοπαλίκαρο τα γεροντοπαλίκαρα
      γενική του γεροντοπαλίκαρου των γεροντοπαλίκαρων
    αιτιατική το γεροντοπαλίκαρο τα γεροντοπαλίκαρα
     κλητική γεροντοπαλίκαρο γεροντοπαλίκαρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γεροντοπαλίκαρο < γεροντο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γεροντο- (νέα ελληνικά) + παλληκάρ(ι) + -οΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) και ορθογραφική απλοποίηση κατά το παλικάρι[1]

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορακιλαποτνορεγ

γεροντοπαλίκαρο ουδέτερο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορακιλαποτνορεγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γεροντο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)