γεωενεργειακός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκαιεγρενεωεγ
γεωενεργειακός, -ή, -ό
- που χαρακτηρίζει φυσικό δυναμικό ή ροή ενέργειας που προέρχεται από γεωλογικές διεργασίες (π.χ. τεκτονικά ρήγματα, υπόγειες ροές θερμότητας) και αξιοποιείται ή εξετάζεται σε σχέση με περιβαλλοντικές και τεχνολογικές εφαρμογές
- (πολιτικήΚατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά), οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)) που αναφέρεται σε έργα, κόμβους ή στρατηγικές εξαιτίας των οποίων η εκμετάλλευση ή μεταφορά γεωλογικά / περιφερειακά καθοριζόμενης ενέργειας (π.χ. φυσικό αέριο, διέλευση ρεύματος) αποκτά σημασία για τη διεθνή ισχύ, τις διασυνδέσεις ή τον έλεγχο των οδών ενέργειας
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Σε αυτή την αρίθμηση, η ενέργεια —από τη μεταφορά του αμερικανικού φυσικού αερίου έως τις έρευνες της Chevron στα οικόπεδα της Κρήτης— συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που, ανεξάρτητα από τις φιλοδοξίες του ή τους μεγαλοϊδεατισμούς του, δεν διαθέτει κανένας άλλος παίκτης στην περιοχή. Η διπλωματία επιστρέφει έτσι στη θάλασσα. Όχι ανάμεσα σε βραχονησίδες και λοιπές διενέξεις. Επιστρέφει στις ποντοπόρες εκτάσεις της ως γεωοικονομικός και γεωενεργειακός κόμβος.
Μεταφράσεις
γεωενεργειακός
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γεω- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)