γεωμαθηματικά
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | γεωμαθηματικά | ||
| γενική | των | γεωμαθηματικών | ||
| αιτιατική | τα | γεωμαθηματικά | ||
| κλητική | γεωμαθηματικά | |||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ακιταμηθαμωεγ
γεωμαθηματικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (γεωλογίαΚατηγορία:Γεωλογία (νέα ελληνικά), μαθηματικάΚατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά)) κλάδος των γεωεπιστημών που εφαρμόζει μαθηματικά μοντέλα και υπολογιστικές μεθόδους για την ανάλυση γεωλογικών διεργασιών και δεδομένων
Υπερώνυμα
Δείτε επίσης
-
geomathematics στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
γεωμαθηματικά
Πηγές
- γεωμαθηματικά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ακιταμηθαμωεγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γεωλογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γεω- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)