γεωργοκτηνοτρόφος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η γεωργοκτηνοτρόφος οι γεωργοκτηνοτρόφοι
      γενική του/της γεωργοκτηνοτρόφου των γεωργοκτηνοτρόφων
    αιτιατική τον/τη γεωργοκτηνοτρόφο τους/τις γεωργοκτηνοτρόφους
     κλητική γεωργοκτηνοτρόφε γεωργοκτηνοτρόφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γεωργοκτηνοτρόφος < γεωργο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γεωργο- (νέα ελληνικά) + κτηνοτρόφοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρόφος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφορτονητκογρωεγ

γεωργοκτηνοτρόφος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοφορτονητκογρωεγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρόφος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γεωργο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)