γκαβούλιακας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | γκαβούλιακας | οι | γκαβούλιακες |
| γενική | του | γκαβούλιακα | των | γκαβούλιακων |
| αιτιατική | τον | γκαβούλιακα | τους | γκαβούλιακες |
| κλητική | γκαβούλιακα | γκαβούλιακες | ||
| Η γενική πληθυντικού είναι δύσχρηστη. | ||||
| Κατηγορία όπως «βαρύμαγκας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- γκαβούλιακας < γκαβός + -ούλιακαςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούλιακας (νέα ελληνικά) < αρωμουνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρωμουνικά (νέα ελληνικά) gav[1] < λατινική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά) cavus (κούφιος, κοίλος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά) *ḱówHwos (κοιλότητα) < *ḱówH- + *-wós
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σακαιλυοβακγ
γκαβούλιακας αρσενικό
- (προφορικόΚατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά), μειωτικόΚατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)) υποκοριστικό του γκαβός
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
γκαβούλιακας
|
|
- ↑ gav - Cunia, Tiberiu (2008) Dictsiunar a limbãljei armãneascã (Λεξικό της αρωμουνικής γλώσσας) αρωμουνικά, με μεταφράσεις στα αγγλικά, γαλλικά και ρουμανικά, έκδοση:2010. Στο DiXi online από το 2014
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούλιακας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βαρύμαγκας' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρωμουνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)