γκαγκανομύτης
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητυμονακγακγ
γκαγκανομύτης αρσενικό
- που έχει μύτη που μοιάζει με ράμφος πουλιού
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) .. μην τον βλέπεις γκαγκανομύτη μπουνταλά εξωτερικά, ξέρει πολύ καλά και τι λέει και τι κάνει. Ο τύπος καταφέρνει να παίζει τις πλανηταρχικές δυνάμεις με μαεστρία. (μπλογκ elefthero.net )
Μεταφράσεις
γκαγκανομύτης
|
|
Αναφορές
- ↑ Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσης της Ακαδημίας Αθηνών, σελ. 190