γκετοποιούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
γκετοποιούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος γκετοποιώ
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | γκετοποιούμαι | γκετοποιούμουν | θα γκετοποιούμαι | να γκετοποιούμαι | ||
| β' ενικ. | γκετοποιείσαι | γκετοποιούσουν | θα γκετοποιείσαι | να γκετοποιείσαι | ||
| γ' ενικ. | γκετοποιείται | γκετοποιούνταν | θα γκετοποιείται | να γκετοποιείται | ||
| α' πληθ. | γκετοποιούμαστε | γκετοποιούμασταν γκετοποιούμαστε |
θα γκετοποιούμαστε | να γκετοποιούμαστε | ||
| β' πληθ. | γκετοποιείστε | γκετοποιούσασταν γκετοποιούσαστε |
θα γκετοποιείστε | να γκετοποιείστε | γκετοποιείστε | |
| γ' πληθ. | γκετοποιούνται | γκετοποιούνταν | θα γκετοποιούνται | να γκετοποιούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | γκετοποιήθηκα | θα γκετοποιηθώ | να γκετοποιηθώ | γκετοποιηθεί | ||
| β' ενικ. | γκετοποιήθηκες | θα γκετοποιηθείς | να γκετοποιηθείς | γκετοποιήσου | ||
| γ' ενικ. | γκετοποιήθηκε | θα γκετοποιηθεί | να γκετοποιηθεί | |||
| α' πληθ. | γκετοποιηθήκαμε | θα γκετοποιηθούμε | να γκετοποιηθούμε | |||
| β' πληθ. | γκετοποιηθήκατε | θα γκετοποιηθείτε | να γκετοποιηθείτε | γκετοποιηθείτε | ||
| γ' πληθ. | γκετοποιήθηκαν γκετοποιηθήκαν(ε) |
θα γκετοποιηθούν(ε) | να γκετοποιηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω γκετοποιηθεί | είχα γκετοποιηθεί | θα έχω γκετοποιηθεί | να έχω γκετοποιηθεί | γκετοποιημένος | |
| β' ενικ. | έχεις γκετοποιηθεί | είχες γκετοποιηθεί | θα έχεις γκετοποιηθεί | να έχεις γκετοποιηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει γκετοποιηθεί | είχε γκετοποιηθεί | θα έχει γκετοποιηθεί | να έχει γκετοποιηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε γκετοποιηθεί | είχαμε γκετοποιηθεί | θα έχουμε γκετοποιηθεί | να έχουμε γκετοποιηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε γκετοποιηθεί | είχατε γκετοποιηθεί | θα έχετε γκετοποιηθεί | να έχετε γκετοποιηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν γκετοποιηθεί | είχαν γκετοποιηθεί | θα έχουν γκετοποιηθεί | να έχουν γκετοποιηθεί | ||
Μεταφράσεις
γκετοποιούμαι
|
|