γκομενοδουλειά
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γκομενοδουλειά | οι | γκομενοδουλειές |
| γενική | της | γκομενοδουλειάς | των | γκομενοδουλειών |
| αιτιατική | την | γκομενοδουλειά | τις | γκομενοδουλειές |
| κλητική | γκομενοδουλειά | γκομενοδουλειές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- γκομενοδουλειά < γκόμεν(α) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + δουλειά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιελυοδονεμοκγ
γκομενοδουλειά θηλυκό
- (προφορικό) η ενασχόληση με ερωτικά ζητήματα
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
γκομενοδουλειά
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)