γκουμουρουξής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γκουμουρουξής οι γκουμουρουξήδες
      γενική του γκουμουρουξή των γκουμουρουξήδων
    αιτιατική τον γκουμουρουξή τους γκουμουρουξήδες
     κλητική γκουμουρουξή γκουμουρουξήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μπαλωματής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γκουμουρουξής < (άμεσο δάνειο) τουρκική Κατηγορία:Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) gümrükçü

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηξυορυομυοκγ

γκουμουρουξής αρσενικό

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κρητικά Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μπαλωματής' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)