γλυκοκοίταγμα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γλυκοκοίταγμα τα γλυκοκοιτάγματα
      γενική του γλυκοκοιτάγματος των γλυκοκοιταγμάτων
    αιτιατική το γλυκοκοίταγμα τα γλυκοκοιτάγματα
     κλητική γλυκοκοίταγμα γλυκοκοιτάγματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γλυκοκοίταγμα < γλυκοκοιτάζω + -μαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μα (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμγατιοκοκυλγ

γλυκοκοίταγμα ουδέτερο

Άλλες μορφές

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)