γλυκοκουβεντιάζω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- γλυκοκουβεντιάζω < γλυκο- + κουβεντιάζω
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωζαιτνεβυοκοκυλγ
γλυκοκουβεντιάζω
- (σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά), λογοτεχνικόΚατηγορία:Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)) κουβεντιάζω με τρόπο γλυκό και ευπροσήγορο
Συγγενικά
- γλυκοκουβέντα
- → δείτε τις λέξεις γλυκός και κουβέντα
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | γλυκοκουβεντιάζω | γλυκοκουβέντιαζα | θα γλυκοκουβεντιάζω | να γλυκοκουβεντιάζω | γλυκοκουβεντιάζοντας | |
| β' ενικ. | γλυκοκουβεντιάζεις | γλυκοκουβέντιαζες | θα γλυκοκουβεντιάζεις | να γλυκοκουβεντιάζεις | γλυκοκουβέντιαζε | |
| γ' ενικ. | γλυκοκουβεντιάζει | γλυκοκουβέντιαζε | θα γλυκοκουβεντιάζει | να γλυκοκουβεντιάζει | ||
| α' πληθ. | γλυκοκουβεντιάζουμε | γλυκοκουβεντιάζαμε | θα γλυκοκουβεντιάζουμε | να γλυκοκουβεντιάζουμε | ||
| β' πληθ. | γλυκοκουβεντιάζετε | γλυκοκουβεντιάζατε | θα γλυκοκουβεντιάζετε | να γλυκοκουβεντιάζετε | γλυκοκουβεντιάζετε | |
| γ' πληθ. | γλυκοκουβεντιάζουν(ε) | γλυκοκουβέντιαζαν γλυκοκουβεντιάζαν(ε) |
θα γλυκοκουβεντιάζουν(ε) | να γλυκοκουβεντιάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | γλυκοκουβέντιασα | θα γλυκοκουβεντιάσω | να γλυκοκουβεντιάσω | γλυκοκουβεντιάσει | ||
| β' ενικ. | γλυκοκουβέντιασες | θα γλυκοκουβεντιάσεις | να γλυκοκουβεντιάσεις | γλυκοκουβέντιασε | ||
| γ' ενικ. | γλυκοκουβέντιασε | θα γλυκοκουβεντιάσει | να γλυκοκουβεντιάσει | |||
| α' πληθ. | γλυκοκουβεντιάσαμε | θα γλυκοκουβεντιάσουμε | να γλυκοκουβεντιάσουμε | |||
| β' πληθ. | γλυκοκουβεντιάσατε | θα γλυκοκουβεντιάσετε | να γλυκοκουβεντιάσετε | γλυκοκουβεντιάστε | ||
| γ' πληθ. | γλυκοκουβέντιασαν γλυκοκουβεντιάσαν(ε) |
θα γλυκοκουβεντιάσουν(ε) | να γλυκοκουβεντιάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω γλυκοκουβεντιάσει | είχα γλυκοκουβεντιάσει | θα έχω γλυκοκουβεντιάσει | να έχω γλυκοκουβεντιάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις γλυκοκουβεντιάσει | είχες γλυκοκουβεντιάσει | θα έχεις γλυκοκουβεντιάσει | να έχεις γλυκοκουβεντιάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει γλυκοκουβεντιάσει | είχε γλυκοκουβεντιάσει | θα έχει γλυκοκουβεντιάσει | να έχει γλυκοκουβεντιάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε γλυκοκουβεντιάσει | είχαμε γλυκοκουβεντιάσει | θα έχουμε γλυκοκουβεντιάσει | να έχουμε γλυκοκουβεντιάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε γλυκοκουβεντιάσει | είχατε γλυκοκουβεντιάσει | θα έχετε γλυκοκουβεντιάσει | να έχετε γλυκοκουβεντιάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν γλυκοκουβεντιάσει | είχαν γλυκοκουβεντιάσει | θα έχουν γλυκοκουβεντιάσει | να έχουν γλυκοκουβεντιάσει |
| |
Μεταφράσεις
γλυκοκουβεντιάζω
|
|