γλυκοτσούτσουνος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γλυκοτσούτσουνος η γλυκοτσούτσουνη το γλυκοτσούτσουνο
      γενική του γλυκοτσούτσουνου της γλυκοτσούτσουνης του γλυκοτσούτσουνου
    αιτιατική τον γλυκοτσούτσουνο τη γλυκοτσούτσουνη το γλυκοτσούτσουνο
     κλητική γλυκοτσούτσουνε γλυκοτσούτσουνη γλυκοτσούτσουνο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γλυκοτσούτσουνοι οι γλυκοτσούτσουνες τα γλυκοτσούτσουνα
      γενική των γλυκοτσούτσουνων των γλυκοτσούτσουνων των γλυκοτσούτσουνων
    αιτιατική τους γλυκοτσούτσουνους τις γλυκοτσούτσουνες τα γλυκοτσούτσουνα
     κλητική γλυκοτσούτσουνοι γλυκοτσούτσουνες γλυκοτσούτσουνα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γλυκοτσούτσουνος < γλυκός + τσουτσούνι + -οςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονυοστυοστοκυλγ

γλυκοτσούτσουνος

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονυοστυοστοκυλγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Σκωπτικοί όροι (νέα ελληνικά)