γουοτεργκέιτ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- γουοτεργκέιτ < αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Watergate < Watergate Hotel < water + gate
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#τιεκγρετουογ
γουοτεργκέιτ ουδέτερο άκλιτοΚατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- (σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά), πολιτικήΚατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)) χαρακτηρισμός για πολιτική υπόθεση όπου η αυθαιρεσία της εξουσίας συνοδεύεται από μυστικές ενέργειες και προσπάθεια συγκάλυψης, οδηγώντας σε θεσμική κρίση
Μεταφράσεις
Πηγές
- γουοτεργκέιτ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#τιεκγρετουογ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)