γουρουνομύτικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γουρουνομύτικος η γουρουνομύτικη το γουρουνομύτικο
      γενική του γουρουνομύτικου της γουρουνομύτικης του γουρουνομύτικου
    αιτιατική τον γουρουνομύτικο τη γουρουνομύτικη το γουρουνομύτικο
     κλητική γουρουνομύτικε γουρουνομύτικη γουρουνομύτικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γουρουνομύτικοι οι γουρουνομύτικες τα γουρουνομύτικα
      γενική των γουρουνομύτικων των γουρουνομύτικων των γουρουνομύτικων
    αιτιατική τους γουρουνομύτικους τις γουρουνομύτικες τα γουρουνομύτικα
     κλητική γουρουνομύτικοι γουρουνομύτικες γουρουνομύτικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γουρουνομύτικος < γουρουνομύτης + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτυμονυορυογ

γουρουνομύτικος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτυμονυορυογ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)