γραμματολόγος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η γραμματολόγος οι γραμματολόγοι
      γενική του/της γραμματολόγου των γραμματολόγων
    αιτιατική τον/τη γραμματολόγο τους/τις γραμματολόγους
     κλητική γραμματολόγε γραμματολόγοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γραμματολόγος < γραμματολογία + -οςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά) (αναδρομικός σχηματισμός)Κατηγορία:Λέξεις από αναδρομικό σχηματισμό (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σογολοταμμαργ

γραμματολόγος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σογολοταμμαργ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις από αναδρομικό σχηματισμό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φιλολογία (νέα ελληνικά)