γραμματοσυλλέκτης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γραμματοσυλλέκτης οι γραμματοσυλλέκτες
      γενική του γραμματοσυλλέκτη των γραμματοσυλλεκτών
    αιτιατική τον γραμματοσυλλέκτη τους γραμματοσυλλέκτες
     κλητική γραμματοσυλλέκτη γραμματοσυλλέκτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

  1. γραμματοσυλλέκτης < γράμμα + -ο- + συλλέκτης
  2. γραμματοσυλλέκτης < γραμματόσημο + -ο- + συλλέκτης

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητκελλυσοταμμαργ

γραμματοσυλλέκτης αρσενικό (θηλυκό: γραμματοσυλλέκτρια)

  1. (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) που συλλέγει τα γράμματα / επιστολές (από γραμματοκιβώτια ή αλλού)
  2. (καταχρηστικά) αντί του γραμματοσημοσυλλέκτης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητκελλυσοταμμαργ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)