γραμματοσυλλέκτης
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητκελλυσοταμμαργ
γραμματοσυλλέκτης αρσενικό (θηλυκό: γραμματοσυλλέκτρια)
- (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) που συλλέγει τα γράμματα / επιστολές (από γραμματοκιβώτια ή αλλού)
- (καταχρηστικά) αντί του γραμματοσημοσυλλέκτης
Μεταφράσεις
γραμματοσυλλέκτης
|
|