γυναικουλίστικα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- γυναικουλίστικα < γυναικουλίστικος + -αΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -α (νέα ελληνικά)
ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ακιτσιλυοκιανυγ
γυναικουλίστικα
- (μειωτικόΚατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά), προφορικόΚατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)) με γυναικουλίστικο τρόπο
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Άντε ρε παιδί μου. Άσε τώρα τα κλάματα και τα γυναικουλίστικα και πες μας τι τρέχει να σε βοηθήσουμε (Δημήτρης Βασιλειάδης, Ένας αλλιώτικος κόσμος (Ταξίδι στο Σινσινάτι))
Μεταφράσεις
γυναικουλίστικα
|
|
Πηγές
- γυναικουλίστικα - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
γυναικουλίστικα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -α (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)