δακρυσίστακτος

Αρχαία ελληνικά (grc)

 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / δακρυσίστακτος τὸ δακρυσίστακτον
      γενική τοῦ/τῆς δακρυσιστάκτου τοῦ δακρυσιστάκτου
      δοτική τῷ/τῇ δακρυσιστάκτ τῷ δακρυσιστάκτ
    αιτιατική τὸν/τὴν δακρυσίστακτον τὸ δακρυσίστακτον
     κλητική ! δακρυσίστακτε δακρυσίστακτον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ δακρυσίστακτοι τὰ δακρυσίστακτ
      γενική τῶν δακρυσιστάκτων τῶν δακρυσιστάκτων
      δοτική τοῖς/ταῖς δακρυσιστάκτοις τοῖς δακρυσιστάκτοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς δακρυσιστάκτους τὰ δακρυσίστακτ
     κλητική ! δακρυσίστακτοι δακρυσίστακτ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δακρυσιστάκτω τὼ δακρυσιστάκτω
      γεν-δοτ τοῖν δακρυσιστάκτοιν τοῖν δακρυσιστάκτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)

Ετυμολογία

δακρυσίστακτος < δάκρυ + στάζω

ΕπίθετοΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σοτκατσισυρκαδ

δακρυσίστακτος, -ος, -ον

Συγγενικά

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα από τον Αισχύλο (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (αρχαία ελληνικά)