δακτυλοβάμονα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | δακτυλοβάμονα | ||
| γενική | των | δακτυλοβάμονων | ||
| αιτιατική | τα | δακτυλοβάμονα | ||
| κλητική | δακτυλοβάμονα | |||
| Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ανομαβολυτκαδ
δακτυλοβάμονα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό (σπάνιος ο ενικός δακτυλοβάμον)
- (ζωολογία)Κατηγορία:Ζωολογία (νέα ελληνικά) ζώα που περπατούν πατώντας στο έδαφος με τα δάκτυλα κι όχι όλο το πέλμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
δακτυλοβάμονα
|
- ↑ δακτυλοβάμονα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ζωολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα νεολατινικά (νέα ελληνικά)