δακτυλοδεικτούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δακτυλοδεικτούμενος η δακτυλοδεικτούμενη το δακτυλοδεικτούμενο
      γενική του δακτυλοδεικτούμενου της δακτυλοδεικτούμενης του δακτυλοδεικτούμενου
    αιτιατική τον δακτυλοδεικτούμενο τη δακτυλοδεικτούμενη το δακτυλοδεικτούμενο
     κλητική δακτυλοδεικτούμενε δακτυλοδεικτούμενη δακτυλοδεικτούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δακτυλοδεικτούμενοι οι δακτυλοδεικτούμενες τα δακτυλοδεικτούμενα
      γενική των δακτυλοδεικτούμενων των δακτυλοδεικτούμενων των δακτυλοδεικτούμενων
    αιτιατική τους δακτυλοδεικτούμενους τις δακτυλοδεικτούμενες τα δακτυλοδεικτούμενα
     κλητική δακτυλοδεικτούμενοι δακτυλοδεικτούμενες δακτυλοδεικτούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δακτυλοδεικτούμενος < ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) δακτυλοδεικτούμενος < δακτυλοδεικτέομαι / δακτυλοδεικτοῦμαι < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) δακτυλοδεικτέω / δακτυλοδεικτῶ < δακτυλόδεικτος < δάκτυλος + δείκνυμι

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοτκιεδολυτκαδ

δακτυλοδεικτούμενος, -η, -ο

  1. (σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά), κυριολεκτικά) που τον δείχνουν με το δάκτυλο
  2. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) που δηλώνει πρόσωπο, πράγμα ή περίπτωση τα οποία γίνονται αντικείμενο δημόσιας επισήμανσηςσυνήθως επικριτικής— και προβάλλονται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή, σπανιότερα προς μίμηση
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Ἡ πρώτη γεύση μισελληνισμοῦ καὶ χλεύης γιὰ τὸν Ἕλληνα τῆς διασπορᾶς. Ὑπόδουλος στὴν πατρίδα του, ὑπόδουλος καὶ δακτυλοδεικτούμενος ὡς μετανάστης. Περιπαίζεται ἀπό τούς Λατίνους συγγραφεῖς ὁ Ἕλληνας μέτοικος καί καθυβρίζεται. Ἐνοχλεῖ τή ρωμαϊκή κοινωνία.
    Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξενοκρατία, μισελληνισμός και υποτέλεια, αρχική δημοσίευση: (1990), @google.gr/books
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Η Ελλάδα επιστρέφει στην πρώτη γραμμή της Ευρώπης, όχι ως δακτυλοδεικτούμενη εξαίρεση, αλλά ως μια χώρα στην πρωτοπορία των εξελίξεων.
    Μητσοτάκης: Ημέρα υπερηφάνειας για την Ελλάδα, την κυβέρνηση και όλους τους πολίτες η εκλογή Πιερρακάκη, 11-12-2025, @protothema.gr, ημερομηνία ανάκτησης: 19-12-2025.

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)