δακτυλοσκοπικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δακτυλοσκοπικός η δακτυλοσκοπική το δακτυλοσκοπικό
      γενική του δακτυλοσκοπικού της δακτυλοσκοπικής του δακτυλοσκοπικού
    αιτιατική τον δακτυλοσκοπικό τη δακτυλοσκοπική το δακτυλοσκοπικό
     κλητική δακτυλοσκοπικέ δακτυλοσκοπική δακτυλοσκοπικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δακτυλοσκοπικοί οι δακτυλοσκοπικές τα δακτυλοσκοπικά
      γενική των δακτυλοσκοπικών των δακτυλοσκοπικών των δακτυλοσκοπικών
    αιτιατική τους δακτυλοσκοπικούς τις δακτυλοσκοπικές τα δακτυλοσκοπικά
     κλητική δακτυλοσκοπικοί δακτυλοσκοπικές δακτυλοσκοπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δακτυλοσκοπικός < δακτυλοσκοπία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιποκσολυτκαδ

δακτυλοσκοπικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιποκσολυτκαδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά