δακτυλοσκοπικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- δακτυλοσκοπικός < δακτυλοσκοπία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιποκσολυτκαδ
δακτυλοσκοπικός
- που έχει σχέση με τη δακτυλοσκοπία / δακτυλοσκόπηση ή αναφέρεται σʼ αυτή
Μεταφράσεις
δακτυλοσκοπικός
|
|