δασμοφοροδιαφυγή
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- δασμοφοροδιαφυγή < δασμός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + φοροδιαφυγή
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηγυφαιδοροφομσαδ
δασμοφοροδιαφυγή θηλυκό
- (οικονομία)Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) παράνομη οικονομική πρακτική κατά την οποία εισάγονται, εξάγονται ή διακινούνται αγαθά με σκόπιμη αποφυγή της καταβολής τελωνειακών δασμών και συναφών φόρων, προκαλώντας απώλεια δημοσίων εσόδων και στρέβλωση του εμπορίου
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)«Η υπό σύσταση Επιτροπή για την καταπολέμηση της Διαφθοράς, όπως αυτή ανακοινώθηκε από τον Πρωθυπουργό, υπό τον Υπουργό Επικρατείας (…), πρέπει να εντάξει στις άμεσες προτεραιότητες διερεύνησης και τον έλεγχο της παράνομης διακίνησης καυσίμων (λαθρεμπόριο, νοθεία, δασμοφοροδιαφυγή, κλοπή, κ.λπ.). («Χαοτική» η κατάσταση στην αγορά πετρελαιοειδών λέει η ΠΟΠΕΚ, in.gr, 22/7/2015 )
Μεταφράσεις
δασμοφοροδιαφυγή
|
|
Πηγές
- δασμοφοροδιαφυγή - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηγυφαιδοροφομσαδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)