δεκαεννιαετής
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | δεκαεννιαετής | η | δεκαεννιαετής | το | δεκαεννιαετές |
| γενική | του | δεκαεννιαετούς* | της | δεκαεννιαετούς | του | δεκαεννιαετούς |
| αιτιατική | τον | δεκαεννιαετή | τη | δεκαεννιαετή | το | δεκαεννιαετές |
| κλητική | δεκαεννιαετή(ς) | δεκαεννιαετής | δεκαεννιαετές | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | δεκαεννιαετείς | οι | δεκαεννιαετείς | τα | δεκαεννιαετή |
| γενική | των | δεκαεννιαετών | των | δεκαεννιαετών | των | δεκαεννιαετών |
| αιτιατική | τους | δεκαεννιαετείς | τις | δεκαεννιαετείς | τα | δεκαεννιαετή |
| κλητική | δεκαεννιαετείς | δεκαεννιαετείς | δεκαεννιαετή | |||
| * Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
- δεκαεννιαετής < δεκαεννιά + -ετήςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ετής (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητεαιννεακεδ
δεκαεννιαετής
Μεταφράσεις
δεκαεννιαετής
|