δεκαεπτάχρονος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεκαεπτάχρονος η δεκαεπτάχρονη το δεκαεπτάχρονο
      γενική του δεκαεπτάχρονου της δεκαεπτάχρονης του δεκαεπτάχρονου
    αιτιατική τον δεκαεπτάχρονο τη δεκαεπτάχρονη το δεκαεπτάχρονο
     κλητική δεκαεπτάχρονε δεκαεπτάχρονη δεκαεπτάχρονο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεκαεπτάχρονοι οι δεκαεπτάχρονες τα δεκαεπτάχρονα
      γενική των δεκαεπτάχρονων των δεκαεπτάχρονων των δεκαεπτάχρονων
    αιτιατική τους δεκαεπτάχρονους τις δεκαεπτάχρονες τα δεκαεπτάχρονα
     κλητική δεκαεπτάχρονοι δεκαεπτάχρονες δεκαεπτάχρονα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δεκαεπτάχρονος < δεκαεπτά + -χρονοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -χρονος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονορχατπεακεδ

δεκαεπτάχρονος, -η, -ο

  1. που είναι δεκαεπτά χρονών
     συνώνυμα: δεκαεφτάρης / δεκαεπτάρης, δεκαεπταετής
  2. που η χρονική του διάρκεια είναι δεκαεπτά έτη
     συνώνυμα: δεκαεπταετής

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -χρονος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά