δεκαπεντάλεπτος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δεκαπεντάλεπτος η δεκαπεντάλεπτη το δεκαπεντάλεπτο
      γενική του δεκαπεντάλεπτου της δεκαπεντάλεπτης του δεκαπεντάλεπτου
    αιτιατική τον δεκαπεντάλεπτο τη δεκαπεντάλεπτη το δεκαπεντάλεπτο
     κλητική δεκαπεντάλεπτε δεκαπεντάλεπτη δεκαπεντάλεπτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δεκαπεντάλεπτοι οι δεκαπεντάλεπτες τα δεκαπεντάλεπτα
      γενική των δεκαπεντάλεπτων των δεκαπεντάλεπτων των δεκαπεντάλεπτων
    αιτιατική τους δεκαπεντάλεπτους τις δεκαπεντάλεπτες τα δεκαπεντάλεπτα
     κλητική δεκαπεντάλεπτοι δεκαπεντάλεπτες δεκαπεντάλεπτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δεκαπεντάλεπτος < δεκαπέντε + -α-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -α- (νέα ελληνικά) + λεπτό + -οςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτπελατνεπακεδ

δεκαπεντάλεπτος

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -α- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά