δεοντοκρατία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δεοντοκρατία οι δεοντοκρατίες
      γενική της δεοντοκρατίας των δεοντοκρατιών
    αιτιατική τη δεοντοκρατία τις δεοντοκρατίες
     κλητική δεοντοκρατία δεοντοκρατίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δεοντοκρατία < (δέον) δεοντ- + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -κρατίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -κρατία (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιταρκοτνοεδ

δεοντοκρατία θηλυκό

Σημειώσεις

  • η έννοια της δεοντοκρατίας συνήθως τίθεται σε σύγκριση με την συνεπειοκρατία, κατά την οποία η πράξη κρίνεται ηθική / αγαθή ανάλογα με το αποτέλεσμά της και όχι αυτή καθαυτή

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιταρκοτνοεδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ηθική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -κρατία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)