δερματολογικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δερματολογικός η δερματολογική το δερματολογικό
      γενική του δερματολογικού της δερματολογικής του δερματολογικού
    αιτιατική τον δερματολογικό τη δερματολογική το δερματολογικό
     κλητική δερματολογικέ δερματολογική δερματολογικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δερματολογικοί οι δερματολογικές τα δερματολογικά
      γενική των δερματολογικών των δερματολογικών των δερματολογικών
    αιτιατική τους δερματολογικούς τις δερματολογικές τα δερματολογικά
     κλητική δερματολογικοί δερματολογικές δερματολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

δερματολογικός < δερματολογία

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολοταμρεδ

δερματολογικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγολοταμρεδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά