δερματομυκητίαση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | δερματομυκητίαση | οι | δερματομυκητιάσεις |
| γενική | της | δερματομυκητίασης* | των | δερματομυκητιάσεων |
| αιτιατική | τη | δερματομυκητίαση | τις | δερματομυκητιάσεις |
| κλητική | δερματομυκητίαση | δερματομυκητιάσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, δερματομυκητιάσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- δερματομυκητίαση < δέρμα + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + μυκητίαση
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησαιτηκυμοταμρεδ
δερματομυκητίαση θηλυκό
Μεταφράσεις
δερματομυκητίαση
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)