δερματοχειρουργική
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- δερματοχειρουργική < δέρματο(ς) + χειρουργική
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιγρυοριεχοταμρεδ
δερματοχειρουργική θηλυκό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) ιατρική ειδικότητα και πρακτική που ασχολείται με τη διάγνωση και θεραπεία αισθητικών αλλοιώσεων ή παθήσεων του δέρματος
Συγγενικά
- δερματοχειρουργός
- → δείτε τις λέξεις δέρμα, χειρουργός, χέρι και έργο
Μεταφράσεις
δερματοχειρουργική
|
|