δεύτερος ξάδερφος
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφρεδαξσορετυεδ
δεύτερος ξάδερφος αρσενικό, (θηλυκό δεύτερη ξαδέρφη)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοφρεδαξσορετυεδ