διαβατηριακός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαβατηριακός η διαβατηριακή το διαβατηριακό
      γενική του διαβατηριακού της διαβατηριακής του διαβατηριακού
    αιτιατική τον διαβατηριακό τη διαβατηριακή το διαβατηριακό
     κλητική διαβατηριακέ διαβατηριακή διαβατηριακό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαβατηριακοί οι διαβατηριακές τα διαβατηριακά
      γενική των διαβατηριακών των διαβατηριακών των διαβατηριακών
    αιτιατική τους διαβατηριακούς τις διαβατηριακές τα διαβατηριακά
     κλητική διαβατηριακοί διαβατηριακές διαβατηριακά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

διαβατηριακός < διαβατήριο + -ακόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ακός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκαιρηταβαιδ

διαβατηριακός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκαιρηταβαιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ακός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά