διαβολόκαιρος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αντίλαλος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοριακολοβαιδ
διαβολόκαιρος αρσενικό
- πολύ κακός καιρός, κακοκαιρία
Συνώνυμα
- → δείτε τη λέξη κακοκαιρία
Μεταφράσεις
διαβολόκαιρος
|