διαλειτουργικότητα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιγρυοτιελαιδ
διαλειτουργικότητα θηλυκό, μόνο στον ενικό
- (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά) η ικανότητα πληροφοριακών συστημάτων που πιθανώς έχουν διαφορετικά λειτουργικά συστήματα και διαφορετικό υλικό να συνδέονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες συμμορφούμενα στην χρήση κάποιων κοινών προτύπων
- Με το νέο καθεστώς, κάθε διοικητική διαδικασία θα γίνεται από την αρχή έως το τέλος με ηλεκτρονικό τρόπο και για να επιτευχθεί αυτό πρωταρχικός στόχος είναι να εφαρμοστεί η λεγόμενη διαλειτουργικότητα μεταξύ των πληροφοριακών συστημάτων και μητρώων των διαφόρων φορέων. (εφημερίδα Τα Νέα, 5/1/2011)
Συγγενικά
- διαλειτουργώ
- → δείτε τις λέξεις διά και λειτουργώ
- διαλειτουργία
- διαλειτουργικός
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
διαλειτουργικότητα
Πηγές
- διαλειτουργικότητα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατητοκιγρυοτιελαιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)