διαμαντόπετρα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διαμαντόπετρα οι διαμαντόπετρες
      γενική της διαμαντόπετρας
    αιτιατική τη διαμαντόπετρα τις διαμαντόπετρες
     κλητική διαμαντόπετρα διαμαντόπετρες
Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέστροφα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
δαχτυλίδι με τρεις διαμαντόπετρες

Ετυμολογία

διαμαντόπετρα < διαμάντ(ι)Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'διαμάντι' (νέα ελληνικά) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + πέτραΚατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'πέτρα' (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αρτεποτναμαιδ

διαμαντόπετρα θηλυκό

  1. (κόσμημα)Κατηγορία:Κοσμήματα (νέα ελληνικά) διαμάντι που το έχουν κατεργαστεί και το έχουν προσαρμόσει σε κόσμημα
  2. (συνεκδοχικά) ένα τέτοιο κόσμημα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αρτεποτναμαιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κοσμήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'διαμάντι' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'πέτρα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέστροφα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)