διαμεταγωγικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- διαμεταγωγικός < διαμεταγωγή + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγωγατεμαιδ
διαμεταγωγικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με τη διαμεταγωγή ή αναφέρεται σ’ αυτή
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις διαμεταγωγή, μεταγωγή, μετάγω, μετά και άγω
Μεταφράσεις
διαμεταγωγικός
|
|