διαμεταφορικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαμεταφορικός η διαμεταφορική το διαμεταφορικό
      γενική του διαμεταφορικού της διαμεταφορικής του διαμεταφορικού
    αιτιατική τον διαμεταφορικό τη διαμεταφορική το διαμεταφορικό
     κλητική διαμεταφορικέ διαμεταφορική διαμεταφορικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαμεταφορικοί οι διαμεταφορικές τα διαμεταφορικά
      γενική των διαμεταφορικών των διαμεταφορικών των διαμεταφορικών
    αιτιατική τους διαμεταφορικούς τις διαμεταφορικές τα διαμεταφορικά
     κλητική διαμεταφορικοί διαμεταφορικές διαμεταφορικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

διαμεταφορικός < διαμεταφορά + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιροφατεμαιδ

διαμεταφορικός

  1. (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) που έχει σχέση με διαμεταφορά ή αναφέρεται σʼ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) διαμεταφορική

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)