διαφραγματοκήλη
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διαφραγματοκήλη | οι | διαφραγματοκήλες |
| γενική | της | διαφραγματοκήλης | — | |
| αιτιατική | τη | διαφραγματοκήλη | τις | διαφραγματοκήλες |
| κλητική | διαφραγματοκήλη | διαφραγματοκήλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηληκοταμγαρφαιδ
διαφραγματοκήλη θηλυκό
- (ιατρική)Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) η κήλη ή η (αφύσικη) διεύρυνση του διαφράγματος ανάμεσα στον οισοφάγο και το στομάχι
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
διαφραγματοκήλη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζέστη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)