διεκπεραιωτής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο διεκπεραιωτής οι διεκπεραιωτές
      γενική του διεκπεραιωτή των διεκπεραιωτών
    αιτιατική τον διεκπεραιωτή τους διεκπεραιωτές
     κλητική διεκπεραιωτή διεκπεραιωτές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

διεκπεραιωτής < διεκπεραιώνω + -τής

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητωιαρεπκειδ

διεκπεραιωτής αρσενικό (θηλυκό: διεκπεραιώτρια)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητωιαρεπκειδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)