διευκολυμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διευκολυμένος η διευκολυμένη το διευκολυμένο
      γενική του διευκολυμένου της διευκολυμένης του διευκολυμένου
    αιτιατική τον διευκολυμένο τη διευκολυμένη το διευκολυμένο
     κλητική διευκολυμένε διευκολυμένη διευκολυμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διευκολυμένοι οι διευκολυμένες τα διευκολυμένα
      γενική των διευκολυμένων των διευκολυμένων των διευκολυμένων
    αιτιατική τους διευκολυμένους τις διευκολυμένες τα διευκολυμένα
     κλητική διευκολυμένοι διευκολυμένες διευκολυμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

διευκολυμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διευκολύνωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυλοκυειδ

διευκολυμένος

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυλοκυειδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά