δικτυωτός σχηματισμός
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- δικτυωτός σχηματισμός < → δείτε τις λέξεις δικτυωτός και σχηματισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσιταμηχσσοτωυτκιδ
δικτυωτός σχηματισμός αρσενικό
- (ανατομίαΚατηγορία:Ανατομία (νέα ελληνικά), εγκέφαλος) εκτενές δίκτυο των νευρικών οδών στο εγκεφαλικό στέλεχος που συνδέει τον νωτιαίο μυελό, το ανώτερα εγκεφαλικά τμήματα (cerebrum), την παρεγκεφαλίδα και μεσολαβεί στο συνολικό επίπεδο συνείδησης
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
δικτυωτός σχηματισμός