διλεκτικό ρήμα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | διλεκτικό ρήμα | τα | διλεκτικά ρήματα |
| γενική | του | διλεκτικού ρήματος | των | διλεκτικών ρημάτων |
| αιτιατική | το | διλεκτικό ρήμα | τα | διλεκτικά ρήματα |
| κλητική | διλεκτικό ρήμα | διλεκτικά ρήματα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- διλεκτικό ρήμα → δείτε διλεκτικός και ρήμα.
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμηροκιτκελιδ
διλεκτικό ρήμα ουδέτερο
- (γραμματική)Κατηγορία:Γραμματική (νέα ελληνικά) οποιοδήποτε ρηματικό σύνολο εκφέρεται με δύο λέξεις
έχω δει, κάνω μπάνιο, δεν έκανα, το παραξήλωσες, θα έρθουμε
Υπερώνυμα
Μεταφράσεις
διλεκτικό ρήμα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γραμματική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)