διπλοσυνταξιούχος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- διπλοσυνταξιούχος < διπλο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα διπλο- (νέα ελληνικά) + συνταξιούχος
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοιξατνυσολπιδ
διπλοσυνταξιούχος αρσενικό ή θηλυκό
- ο δικαιούχος στον οποίο αποδίδονται παράλληλα δύο χρηματικές παροχές λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, οι οποίες έχουν θεμελιωθεί σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς ή πηγάζουν από διακριτές επαγγελματικές δραστηριότητες
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Εάν διπλοσυνταξιούχος λάβει σύνταξη από τον 1ο φορέα, τι γίνεται μέχρι να πάρει σύνταξη από τον δεύτερο; (www.opengov.gr, 30.03.2011)
Μεταφράσεις
διπλοσυνταξιούχος
|
|
Πηγές
- διπλοσυνταξιούχοι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοχυοιξατνυσολπιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα διπλο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)