διπλοσυνταξιούχος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η διπλοσυνταξιούχος οι διπλοσυνταξιούχοι
      γενική του/της διπλοσυνταξιούχου των διπλοσυνταξιούχων
    αιτιατική τον/τη διπλοσυνταξιούχο τους/τις διπλοσυνταξιούχους
     κλητική διπλοσυνταξιούχε διπλοσυνταξιούχοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

διπλοσυνταξιούχος < διπλο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα διπλο- (νέα ελληνικά) + συνταξιούχος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοιξατνυσολπιδ

διπλοσυνταξιούχος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα διπλο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)